Ο ΑγροΤύπος συνομιλεί με τη γεωπόνο κα. Παπαφίγκου από τον Οινοποιητικό Συνεταιρισμό Τυρνάβου για το πώς εκδηλώνεται η ασθένεια και τι πρέπει να προσέξουν οι παραγωγοί.
Κατά την περίοδο που διανύουμε, όπου η υγρασία παραμένει σε υψηλά επίπεδα και οι θερμοκρασίες κινούνται σε σχετικά σταθερά αλλά και ανοδικά επίπεδα, οι αμπελουργοί βρίσκονται ξανά αντιμέτωποι με έναν από τους πιο γνώριμους αλλά και επικίνδυνους εχθρούς της καλλιέργειας: τον περονόσπορο.
Η ασθένεια, που κάθε χρόνο κάνει αισθητή την παρουσία της με διαφορετική ένταση, συνδέεται άμεσα τόσο με τις καιρικές συνθήκες όσο και με τον βαθμό ετοιμότητας των παραγωγών. Σε αυτό το πλαίσιο, η παρακολούθηση των αμπελώνων και η έγκαιρη παρέμβαση αποκτούν καθοριστική σημασία, όπως επισημαίνει στον ΑγροΤύπο η γεωπόνος κα. Ζαΐρα Παπαφίγκου από τον Οινοποιητικό Συνεταιρισμό Τυρνάβου.
Πώς εκδηλώνεται ο περονόσπορος και πού «χτυπά»
Ο περονόσπορος (Plasmopara viticola) αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές και ταυτόχρονα επικίνδυνες ασθένειες του αμπελιού, καθώς προσβάλλει όλα τα πράσινα μέρη του φυτού. Τα πρώτα σημάδια κάνουν συνήθως την εμφάνισή τους στο φύλλωμα, λειτουργώντας συχνά ως το πρώτο «καμπανάκι» για τον παραγωγό.
Στην επάνω επιφάνεια των φύλλων παρατηρούνται οι γνωστές κηλίδες «λαδιού», ενώ στην κάτω επιφάνεια σχηματίζονται λευκές εξανθήσεις, ιδιαίτερα όταν επικρατούν συνθήκες υψηλής υγρασίας. Η εικόνα αυτή είναι ενδεικτική της ενεργής παρουσίας του παθογόνου και δεν αφήνει πολλά περιθώρια εφησυχασμού.
Ωστόσο, η ασθένεια δεν περιορίζεται μόνο στα φύλλα. Μπορεί να επεκταθεί και στους βότρεις, ήδη από πρώιμα στάδια ανάπτυξης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, οι ιστοί αποκτούν μια ελαφρώς «καμένη» όψη, εξέλιξη που —αν δεν ανακοπεί έγκαιρα— μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικές απώλειες παραγωγής.
Το κρίσιμο στοιχείο, όπως αναφέρει η γεωπόνος, είναι οι συνθήκες που ευνοούν την ανάπτυξη του παθογόνου. Υψηλή σχετική υγρασία, περιορισμένη ηλιοφάνεια, παρατεταμένες βροχοπτώσεις και θερμοκρασίες μεταξύ 18 και 25°C συνθέτουν ένα περιβάλλον ιδανικό για την ταχεία εξάπλωσή του μέσα στον αμπελώνα.
Όπως επισημαίνει η κα. Παπαφίγκου, ο περονόσπορος αποτελεί μία ιδιαίτερα σοβαρή απειλή για το αμπέλι, η οποία, αν δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα, μπορεί να «λάβει εκτεταμένες διαστάσεις επιδημίας», όπως έχει συμβεί και στο παρελθόν. Γι’ αυτό και οι παραγωγοί καλούνται να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, ειδικά στα ευαίσθητα στάδια ανάπτυξης, όπως αυτό που διανύεται, διατηρώντας συνεχή παρουσία και έλεγχο στο χωράφι.
Διαχείριση της ασθένειας: η σημασία της πρόληψης και της σωστής πρακτικής
Η αντιμετώπιση του περονόσπορου δεν βασίζεται σε μία μόνο πρακτική, αλλά σε έναν συνδυασμό καλλιεργητικών και χημικών μέτρων, με στόχο τον περιορισμό των ευνοϊκών συνθηκών και την προστασία της καλλιέργειας.
Σε επίπεδο καλλιεργητικών πρακτικών, ιδιαίτερη σημασία έχει το βλαστολόγημα, το οποίο πραγματοποιείται αυτή την περίοδο. Όπως επισημαίνει η γεωπόνος, «αφαιρούνται οι βλαστοί που δεν φέρουν σταφύλια, ώστε να διευκολύνεται τόσο ο αερισμός της ταξιανθίας όσο και η αποτελεσματικότητα των ψεκασμών».
Παράλληλα, η διαχείριση των ζιζανίων παίζει καθοριστικό ρόλο, καθώς «η παρουσία τους διατηρεί αυξημένη υγρασία στη βάση των φυτών και εντείνει τον ανταγωνισμό» για θρεπτικά στοιχεία. Η απομάκρυνσή τους βοηθά στη δημιουργία πιο «στεγνού» μικροκλίματος γύρω από το πρέμνο.
Σε ό,τι αφορά τη φυτοπροστασία, η έμφαση δίνεται στην προληπτική κάλυψη των φυτών με κατάλληλα εγκεκριμένα σκευάσματα. Σύμφωνα με την κα. Παπαφίγκου, «το κρίσιμο σημείο για την έναρξη των επεμβάσεων εντοπίζεται όταν η βλάστηση φτάσει περίπου τα 8–10 εκατοστά», στάδιο στο οποίο αυξάνεται η ευαισθησία της καλλιέργειας. Σε περιπτώσεις όπου εμφανίζονται συμπτώματα, απαιτείται άμεση επέμβαση, ενώ σε αμπελώνες με ιστορικό προσβολών, η εφαρμογή προληπτικού προγράμματος είναι συχνά αναγκαία.
Οι επεμβάσεις έχουν κυρίως προληπτικό χαρακτήρα και, όπως υπογραμμίζεται, «επαναλαμβάνονται ανά περίπου 10 ημέρες, ανάλογα με τις καιρικές συνθήκες, όπως βροχοπτώσεις και υγρασία», ενώ σε περιόδους ξηρασίας το διάστημα αυτό «μπορεί να παραταθεί έως και τις 15 ημέρες». Ωστόσο, όπως παρατηρείται στην πράξη, «την περίοδο που διανύουμε συνήθως θα υπάρξει υγρασία ή βροχόπτωση», γεγονός που καθιστά αναγκαία τη διατήρηση της συχνότητας των ψεκασμών. Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή των σκευασμάτων περιλαμβάνει, όπως αναφέρει η κα. Παπαφίγκου, «τόσο χαλκούχα όσο και διασυστηματικά μυκητοκτόνα» για τη διενέργεια των ψεκασμών.






