Δεκαπέντε χρόνια πριν στο πλαίσιο ενός εκπαιδευτικού προγράμματος σχετικά με την βιολογική καλλιέργεια, η έρευνα με έφερε στο Κτήμα της Οικογένειας Γεώργα. Συναντώντας το Δημήτρη Γεώργα αμπελουργό-οινοποιό, με εντυπωσίασε η αμεσότητά του καθώς και οι βαθιές του γνώσεις για τη βιολογική αμπελουργία. Ακολουθώντας πιστά τη φιλοσοφία της βιοδυναμικής αλλά και της φυσικής οινοποίησης, θεωρώ ότι το αποτέλεσμα σήμερα τον δικαιώνει.

Πότε ξεκινάει η οικογενειακή σας ιστορία;

Στην οικογένειά μου είναι ιχνηλατημένες 3 γενιές οινοποιών κι εγώ είμαι η τέταρτη. Η αμπελουργία και η οινοποίηση ήταν κάτι που έμαθα μέσα στο σπίτι μου, δεν χρειάστηκε να σπουδάσω πάνω σε αυτό. Παρατηρώντας τον πατέρα μου τόσο στην οινοποίηση μου όσο και στην αμπελουργία είχα αρκετές απορίες. Ρωτούσα για τις χημικές ουσίες ψεκασμού με την έντονη μυρωδιά στο αμπέλι, αλλά και γιατί έπρεπε να ρίξουμε καθεμιά οινολογική ουσία στο κρασί. Είχαμε διαφορετικές απόψεις, αλλά πάντοτε έκλεινε λέγοντας: όταν αναλάβεις εσύ καν’ τα όπως θέλεις. Συχνά έλεγε πως με τις σπουδές ξεκολλάει κανείς από την γεωργία, προς μια καλύτερη ζωή. Έτσι σπούδασα γεωλόγος και τα 2 masters με έμπασαν καλά στην δουλειά. Στο οινοποιείο βοηθούσα κύρια στον τρύγο. Κάποια στιγμή, πάνε 20 χρόνια, ο πατέρας μου φεύγει απ’ τη ζωή. Τότε προβληματίστηκα σοβαρά, αφού είχαμε χαλάσει το πατητήρι. Είχα τρεις επιλογές ή νοικιάζω τον αμπελώνα μου και τον δουλεύει κάποιος άλλος ή να είμαι ένας συνεταιριζόμενος αμπελουργός. Προτίμησα την πεπατημένη οδό της οικογένειας και αποφάσισα να συνεχίσω μόνος μου, πιστοποιώντας κατευθείαν όλο τον αμπελώνα ως βιολογικό. Τότε δεν υπήρχαν βιολογικοί αμπελώνες κτήματα, παρά μόνο ο Πήγασος του Δημήτρη Μαρκοβίτη, ο Χανιώτης και ο Βασίλης Τσεκούρας από την Πελοπόννησο, ο οποίος παράγει εξαιρετικό Μοσχοφίλερο.

Βέβαια το άλμα ήταν όταν ανέλαβα τον αμπελώνα και αποφάσισα το 1998 να κάνω βιολογική καλλιέργεια, σε μία εποχή που δεν ήταν τόσο διαδεδομένη. Στη συνέχεια εξελίσσονται μια σειρά από ετικέτες που σήμερα φθάνουν τις 12. Οι πρώτες μας ετικέτες ήταν ο τοπικός οίνος Σπάτων, ένα Σαββατιανό 100%, μία Ρετσίνα Μεσογείων, στις οποίες η βιολογική οινοποίηση και η ελάχιστη επεξεργασία έδωσε ένα ιδιαίτερο χαρακτήρα. Τότε δεν λεγόταν βιολογικός οίνος, αλλά οίνος από σταφύλι βιολογικής γεωργίας, παρόλα αυτά ήταν βιολογικός οίνος, γιατί κάλυπτε την προδιαγραφή.

Στη συνέχεια με τις αναμπελώσεις παλαιών πρέμνων του 1960 μπαίνουν και νέες ποικιλίες. Θυμίζω ότι στη δεκαετία του 2000 σημειώνεται μια στροφή προς τις γαλλικές ποικιλίες. Γι’ αυτό έχουμε πολύ Merlot & Syrah και λιγότερο Aγιωργήτικο. Αυτή η τάση διαφοροποιείται μετά το 2010, αφού οι εξαγωγείς ζητούν κρασιά με ιδιαίτερο ελληνικό χαρακτήρα, όπως πχ. ο Τσαμπουρνάκος ή το Μανδηλάρι, και άλλα. Έτσι αναδεικνύονται άγνωστες γηγενείς ποικιλίες.

Ξεκινάω να ξαναστήσω το οινοποιείο, στον προαύλιο χώρο ενός συνάδελφου, βάζοντας τα πρώτα μηχανήματά μου. Η πρώτη εμφιάλωση έγινε το 1999 με Σαββατιανό, τοπικό οίνο Σπάτων και Ρετσίνα. Με τις νέες φυτεύσεις μπαίνουμε στην ερυθρά οινοποίηση κύρια με το Syrah, το Merlot και το Αγιωργήτικο, ενώ την τελευταία διετία ξαναφυτεύεται το Μαντηλάρι. Το Μαντιλάρι μεγάλης αντοχής αμπέλι και ιδιαίτερα βαφική ποικιλία σταφυλιού έδινε χρώμα στο κρασί. Πάντα είχαμε λίγο Μαντηλάρι, που οινοποιείτο μαζί με το Σαββατιανό και έφτιαχναν έτσι τα κοκκινέλια των Μεσογείων. Βέβαια δεν παύει να είναι πολύ άγριο στην γεύση και θέλει τέχνη, για να το τιθασεύσεις σαν μονοποικιλιακό κρασί.

Το βιολογικό κρασί πήγαινε πολύ καλά, ήμασταν περισσότερο γνωστοί με την εξαιρετική ρετσίνα, που πουλιόταν στα βιολογικά μαγαζιά του Αμβούργου. Γύρω στο 2000 ήρθαμε στο χώρο που βρίσκομαι και τώρα στο κέντρο των Σπάτων. Από το 2002 ξεκίνησε η μελέτη της Ανθρωποσοφίας, που αποτελεί τη θεωρητική βάση της βιοδυναμικής καλλιέργειας, όπως τέθηκε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα από τον Αυστριακό Ρ. Στάινερ. Η εφαρμογή της έδωσε μια άλλη ώθηση ποιότητας στα προϊόντα μας

Σε ποιες περιοχές εκτείνονται τα αμπέλια σας

Εκτείνονται από Σπάτα-Πικέρμι και Ραφήνα-Αρτέμιδα-Σπάτα, δηλαδή σε ένα τόξο στο κέντρο των Μεσογείων. Τα 12 ιδιόκτητα αμπελοτόπια συνολικής έκτασης 6 εκτάριων, είναι πιστοποιημένα βιολογικά και εφαρμόζονται βιοδυναμικές τεχνικές. Τα δύο τρίτα είναι γραμμικά με καινούριες ποικιλίες, αλλά υπάρχουν και μερικά με τα παλιά πρέμνα. Έτσι αρκετές ετικέτες μας είναι single vineyards, αφού είναι φυτεμένα με τις ποικίλες και τις αναλογίες που σταθερά χρησιμοποιούμε.

Παράγετε πολλά προϊόντα. Μιλήστε μας για αυτά.

Πραγματικά παράγουμε ένα μεγάλο αριθμό προϊόντων, γιατί η σκέψη μας είναι μία: τίποτα να μην πηγαίνει χαμένο από το σταφύλι, αφού είναι πολύ καλής ποιότητας και έχει παραχθεί βιολογικά. Ξεκινάμε τις οινοποιήσεις με βασική ποικιλία το Σαββατιανό και πλαισιώνεται από τις λευκές Ασσύρτικο και Μαλαγουζιά. Από τις γαλλικές υπάρχει Chardonnay. Στις ερυθρές ποικιλίες επικρατεί το Syrah και το  Merlot. Πέρα από τους ξηρούς οίνους υπάρχουν το ροζέ, από τις πιο πρόσφατες ετικέτες μας, που βασίζεται στο Merlot, μια σειρά από κόκκινα, και ένα κοκκινέλι.

Τα δυο παλαιωμένα γλυκά κρασιά, είναι παραδοσιακό στοιχείο της περιοχής, οι γλυκείς ή βραστοί οίνοι, όπως ονομάζονται. Ακόμη παράγουμε χυμούς σταφυλιού. Είναι μια προσπάθεια που ξεκινά το 2003, όπου βγάλαμε το Σαββατιανό σε χυμό. Ένα φυσικό χυμό σταφυλιού αφιλτράριστο. Μετά από ένα χρόνο προστέθηκε και ο χυμός κόκκινου σταφυλιού από Αγιωργήτικο.

Γιατί χυμούς; Σκεφτήκαμε ότι με αυτά τα προϊόντα προσφέρουμε την ποιότητα μας πέρα από τη γέφυρα του αλκοόλ. Οι χυμοί φέρουν όλα τα εξαιρετικά διατροφικά χαρακτηριστικά του σταφυλιού στα παιδιά, στους ηλικιωμένους, στους αθλητές που και γενικά σε ανθρώπους που ακολουθούν συγκεκριμένη διατροφή. Διαχρονικά έχει κάνει πολλούς πελάτες η Γαλοίνιος Σταφυλή, δηλ. το φυτικό νερό της ρώγας του σταφυλιού.

Ποιος είναι ο στόχος σας ως οινοποιός.

Ως αμπελουργός είμαι κοντά στους αρχικούς στόχους μου. Κάθε αμπελοτόπι μας είναι πλέον ένα ιδιαίτερο μικρό οικοσύστημα σε ισορροπία και ουσιαστικά έχει φτάσει εκεί που στόχευα. Μετά από 20 χρόνια βιολογικής αμπελουργίας έχει ισορροπήσει ως ζωντανός οργανισμός. Είτε η χρονιά έχει ασθένειες είτε είναι περίεργος ο καιρός, είναι σταθεροποιημένες πλέον οι παραγωγές, γιατί ο βιολογικός αμπελώνας δεν κάνει μεν μεγάλη παραγωγή, είναι όμως καλά σταθεροποιημένος. Έχει καλή φυσική ανθεκτικότητα στις κλιματολογικές εντάσεις και στις επεμβάσεις μυκήτων ή εντόμων.

Ως οινοποιός ο στόχος μου είναι να αναδείξω όλες τις ετικέτες ως φυσικός οίνος. Ο τρόπος και οι προδιαγραφές που ακολουθούμε από την αρχή και μέχρι τώρα είναι αυτές της φυσικής οινοποίησης. Τα θειώδη μας είναι σε πολύ χαμηλά επίπεδα, κάτω από τα χαμηλά βιολογικά επιτρεπόμενα όρια. Δεν έχουμε χρησιμοποιήσει ποτέ ζύμες και ούτε πρόκειται. Το βιολογικό γλεύκος έχει φοβερή δύναμη στο οινοποιείο και αυτό που προσπαθούμε είναι να ζυμώσει αργά και δροσερά. Τα τρόφιμα που παράγουμε θέλουμε να φέρουν στον άνθρωπο μια ιπποκρατικής άποψης ισορροπία, να του παρέχουν τα διατροφικά στοιχεία που χρειάζεται, για να ενδυναμώσει την ημέρα του. Πάνω στο πλαίσιο αυτό κινείται και το κρασί. Ανέκαθεν οι προσθήκες ήταν μηδαμινές, προσπαθώντας να μην πέσει καμιά ουσία μέσα του ή  αν πέσει, να πέσει η πιο ακίνδυνη. Για παράδειγμα κάνουμε τρυγική σταθεροποίηση, η οποία έχει υψηλό κόστος, καθώς το ψυκτικό μηχάνημα δουλεύει γερά για βδομάδες, ενώ αυτό θα μπορούσε να γίνει σε λίγες ώρες με την προσθήκη μιας ουσίας. Επιλέγουμε τις πιο ήπιες παρεμβάσεις. Τα αρώματα των κρασιών μας δεν είναι έντονα. Στα κρασιά αυτά υπάρχει εκπληκτικό σώμα, ιδιαίτερη και μακριά επίγευση. Έτσι είναι σαφές πλέον ότι όταν δοκιμάζει κανείς τέτοια κρασιά, τα κριτήρια αξιολόγησης είναι διαφορετικά από τα συμβατικά, καθώς το terroir επαναπροσδιορίζεται.

Μιλήστε μας για τη Ρετσίνα

Η ιστορική βάση της ρητίνης ξεκινά από την αρχαία Ελλάδα, ως ένα φυτικό συντηρητικό του κρασιού που παρατείνει εύγευστα τη ζωή του. Δίνει ένα σταθερό κρασί σύμφωνα με ιστορικές αναφορές, αφού διατηρείται μερικούς μήνες παραπάνω από τα άλλα λευκά. Οι ρετσίνες έχουν αρκετά μεγάλη διάρκεια ζωής και γι’ αυτό οινοποιούνται παραδοσιακά με τοπικές παραλλαγές μέχρι τις δεκαετίες 1960-1970. Τότε εμφανίζονται διάφορα συντηρητικά, με πρώτα τα θειώδη, τα οποία εκτοπίζουν τη ρετσίνα. Τα νέα αυτά προϊόντα συντηρούν το κρασί χωρίς να έχουν την ένταση γεύσης, που αφήνει η ρητίνη.

Την εποχή που ήμουν μικρός και η οικογένειά μου είχε την παραγωγή, η ρετσίνα ήταν αυτό που πουλούσε περισσότερο. Πουλούσαμε πολύ περισσότερη ρετσίνα σε σχέση με το αρετσίνωτο. Όπως συχνά λέω: «εμένα με σπούδασε η ρετσίνα», δηλ. τα χρήματα που έβγαζε ο πατέρας μου, για να σπουδάσω στη Θεσσαλονίκη, ήταν από τη ρετσίνα. Κι εγώ συνεχίζω τη ρετσίνα, αφού οι δυο πρώτες μου ετικέτες ήταν ο τοπικός οίνος Σπάτων, ένα σαββατιανό και η κλασική ρετσίνα Μεσογείων. Σήμερα το κρασί αυτό έχει εξελιχθεί με διάφορες παραλλαγές ρετσίνας.

Στο παρελθόν κυκλοφορούσε η Ρετσίνα Ήλιος, μια ρετσίνα με μεγαλύτερη περιεκτικότητα σε ρητίνη, γιατί ζητούσε η αγορά, κρασιά με έντονη τη γεύση της. Θυμάμαι  παππούδες που έλεγαν πως αυτό το κρασί δεν έχει μέσα ρετσίνι. Εγώ τους απαντούσα πως οι νέοι δεν θέλουν αυτή την έντονη γεύση της. Πλέον υπάρχει και η ρετσίνα ως φυσικός οίνος, αφιλτράριστη, ένα κρασί  όπου η ρητίνη ενσωματώνεται εξαιρετικά και δεν υπερτερεί στη γεύση. Παραμένουμε σε κρασί βάσης το Σαββατιανό, παρότι υπάρχουν προσεγγίσεις και από άλλες λεπτές ποικιλίες (Ασσύρτικο και Ροδίτης), που κάνουν ωραίο ταίριασμα και ξεφεύγουν από τον επιτραπέζιο χαρακτήρα της. Φυσικά δεν μιλάμε για κάθε ρητίνη. Μιλάμε για την πεύκη της Μεσογείου, τη Χαλέπιο πεύκη. Δεν είναι όλες οι ποικιλίες της πεύκης  κατάλληλες. Κρούω τον κώδωνα του κινδύνου, στους οικιακούς οινοποιούς που έχουν το βαρελάκι τους στο σπίτι, να μην αγοράζουν από το εμπόριο άγνωστης προέλευσης ρητίνη, που δεν είναι κατάλληλη για τρόφιμα. Η ρητίνη οινοποίησης πρέπει να είναι αγνή και συλλεγμένη για το σκοπό αυτό και μόνο.

Πως εκφράζεται στα κρασιά της Οικογένειας Γεώργα το terroir;

Στο κρασί υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία που συνθέτουν το terroir. Αρχικά θα ήθελα να σας αναφέρω πως είμαστε αμπελουργοί και το μεγαλύτερο ποσοστό των κρασιών μας είναι από σταφύλι ιδιοπαραγωγής. Κάθε μικρό αμπέλι μας είναι ένα μικρό οικοσύστημα, το οποίο δεν το δυναστεύουμε καλλιεργητικά, αλλά το αφήνουμε την ποικιλότητά του να εξελιχθεί. Αυτή η ποικιλότητα φαίνεται στη γεύση του σταφυλιού και στο κρασί. Τα περισσότερα αγροτεμάχια είναι ξερικά, μικρής παραγωγής, ωριμάζουν γρήγορα κι έχουν μεγάλη ποικιλότητα∙ άρα η πρώτη ύλη που δουλεύουμε είναι συγκεκριμένης ποιότητας ελεγχόμενη από εμάς.

Το δεύτερο σημείο είναι ότι έχοντας μια τόσο ενδιαφέρουσα πρώτη ύλη, δεν χρειάζεται να κάνουμε επεμβάσεις στο οινοποιείο. Αυτό σημαίνει πως αφήνουμε τη μικροπανίδα, να δουλέψει μόνη της, να οινοποιήσει στον άγριο χαρακτήρα της και να δώσει το ιδιαίτερο αποτέλεσμα. Έτσι δεν χρειαζόμαστε επιπλέον ζύμες, ώστε να φέρουμε συστήματα μικροοργανισμών από άλλες περιοχές.

Το τρίτο στοιχείο είναι το στυλ των οινοποιήσεων. Επιλέγουμε οινοποιητικές τεχνικές, οι οποίες δεν είναι επεμβατικές. Στις μέρες μας υπάρχει μια εξελιγμένη τεχνολογία άκρως προκλητική για τον οινοποιό, που μπορείς εύκολα και ανέξοδα με προσθήκες να επιταχύνεις τη διαδικασία της οινοποίησης. Όμως κάθε προσθήκη αλλοιώνει και επικαλύπτει ή τη γεύση ή ένα λεπτό αρωματάκι του κρασιού, πράγμα το οποίο για εμάς δεν είναι επιτρεπτό. Θα ήθελα να μιλήσω για το Σαββατιανό, του οποίου τα αρώματα είναι πάρα πολύ λεπτά. Γι’ αυτό αν κατά την οινοποίηση χάσεις και δέκα και είκοσι %, δεν θα υπάρχει το υπόλοιπο ογδόντα % αρωμάτων που θα σε σώσει. Σε μονάδες Μοσχάτου, το Σαββατιανό έχει μόνο ένα 10% έντασης αρωμάτων. Αν  στην επεξεργασία το φιλτράρεις με διάφορες ουσίες που προσθέτεις και αφαιρείς, στο τέλος δεν μένει τίποτα από το σώμα του. Τελικά αδειάζει και δεν υπάρχει ο πολύ ιδιαίτερος χαρακτήρας του, που αρωματικά εξελίσσεται μετά από 2-3 μήνες μέσα στο μπουκάλι, βγάζοντας τα εξαιρετικά δευτερογενή αρώματα της ποικιλίας.

Έτσι λοιπόν οι απόψεις μας για το terroir είναι οι αβίαστες οινοποιήσεις, με μηδενική βάση στις προσθήκες, μόνο και εφόσον το χρειάζεται η χρονιά. Αυτά είναι τα στοιχεία που αναδεικνύουν τη δουλειά στο αμπελοπεδίο των Μεσογείων αλλά και την ποικιλία στα κρασιά σαν το Σαββατιανό και τη Ρετσίνα. Στα φρέσκα κρασιά έχουμε κάποια ιδιαίτερα αρώματα του φρούτου, όμως το μεγάλο μας ατού είναι τα παλαιωμένα μας κρασιά, τα οποία σε τυφλές γευσιγνωσίες παίρνουν πολύ υψηλή βαθμολογία, όπως το εξαιρετικής ποιότητας φυσικός γλυκύς οίνος Σαββατιανό σε βαρέλι, με μηδέν θειώδη.

Μιλήστε μας για τα φυσικά κρασιά.

Πρόσφατα έχει ξεκινήσει μια σοβαρή συζήτηση για τα φυσικά κρασιά αλλά και γενικότερα ως προς το τι ακριβώς περιέχει το κρασί. Στο βιβλίο «Raw Wine» η συγγραφέας του Isabelle Legeron MW, αναφέρει ότι οι καταναλωτές πλέον ζητούν τη διαφάνεια. Θέλουν να ξέρουν τι ρίχνουν οι οινοποιοί μέσα στο κρασί.

Στα φυσικά κρασιά θυσιάζεις τις απίθανες γεύσεις και τις μυρωδιές, γιατί τα φυσικά κρασιά σου αφήνουν μία άλλη αίσθηση, διαφορετική από αυτή που αφήνουν τα συμβατικά κρασιά. Η επεξεργασία των κρασιών είναι πλέον πολύ μεγάλη, για να αποδοθεί η αρωματική παλέτα που ζητά η αγορά. Έτσι το κρασί αυτό πολλές φορές αποδομείται και αναδομείται από τη συνεχή παρέμβαση με επιτρεπόμενες τεχνικές και ποικίλες οινοποιητικές ουσίες. Οτιδήποτε φυσικό υπάρχει μέσα στο γλεύκος πεθαίνει με υπερθείωση, για να μπουν οι ακριβοί ζυμομύκητες, έτσι αυτό είναι μόνο η σακχαροτροφή τους. Τι προϊόν τελικά είναι αυτό; Ακολουθώντας τυφλά τέτοιες τεχνικές με οποιοσδήποτε γλεύκος μπορείς να παράγεις εντυπωσιακό κρασί.

Πήγατε πρόσφατα στις ΗΠΑ για την διεθνή έκθεση φυσικών κρασιών ‘17. Τι αποκομίσατε;

Βρέθηκα με 120 οινοποιούς απ’ όλο τον κόσμο με τα κρασιά τους κατηγοριοποιημένα ως φυσικά. Είδα διάφορες αποχρώσεις των φυσικών κρασιών, από οινοποιήσεις με ανεπεξέργαστα, λιγότερο επεξεργασμένα και πολύ προσεκτικά επεξεργασμένα καθώς και κρασιά με λάθη. Ένα κρασί όταν δεν έχει καμία προσθήκη μπορεί εύκολα να γίνει και ανεξέλεγκτο. Απλώς εκεί πρέπει να έχει την επίγνωση ο οινοποιός να μην το βγάλει στην αγορά. Δοκίμασα κρασιά τα οποία ήταν εξαιρετικά από τη Γαλλία, αρκετές ετικέτες της Ιταλίας, της Γεωργίας, της Αυστρίας και αρκετά βιοδυναμικά από την Αμερική. Είδα κόσμο που πραγματικά ψάχνεται, που αναζητά να φύγει έξω από το φράγμα της γνωστής οινοπαλέτας. Η διαφάνεια στα περιεχόμενα του κρασιού, εδώ προσεγγίζεται όπως σε κάθε αγνό τρόφιμο, στο οποίο μετά το αξιολογούμε και  γευστικά. Για μένα όμως αυτά τα δύο παντρεύονται. Δεν αξίζει μόνο να φτιάξεις ένα  κρασί αβίαστο, που να μην το ’χεις ακουμπήσεις καθόλου, αλλά καλό είναι αυτό το φυσικής οινοποίησης προϊόν, για να προσφέρει και γευστικό ενδιαφέρον.

Ποιο νομίζετε ότι είναι το πιο βασικό στοιχείο ενός οινοποιού;

Θεωρώ ότι το πιο βασικό στοιχείο του οινοποιού είναι το ήθος. Είναι ένα χαρακτηριστικό που παλαιότερα ήταν ευδιάκριτο, αλλά στη σύγχρονη εποχή μάλλον δυσδιάκριτο.  Η κρίση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη έχει επιφέρει αλλαγές. Στα ιδιαίτερα και επώνυμα κρασιά, ο φελλός του μέσου οινοποιού κινείται πιο δύσκολα και ο μέσος καταναλωτής επιθυμεί πιο οικονομικά κρασιά. Η χαμηλή ζήτηση έχει επιμηκύνει αρκετά το διάστημα από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση του. Έτσι ωριμάζουν στο ράφι μιας κάβας και εδώ αντιλαμβανόμαστε πως οι φυσικές και λιγότερο επεμβατικές οινοποιήσεις, είναι τελικά οι πιο ενδιαφέρουσες, γιατί με αυτές τις προδιαγραφές το κρασί εξελίσσεται ωραία και γίνεται σημαντικά πιο ενδιαφέρον. Έτσι το ήθος επιστρέφει και με την τόνωση των εξαγωγών, έχει οδηγήσει τους οινοποιούς να φτιάχνουν κρασιά ταυτότητας. Νομίζω πως περάσαμε τις συμπληγάδες της οινοκρίσης και έχει αρχίσει να διαφαίνεται πάλι μια άλλη  ισορροπία.

Write A Comment

error: Content is protected !!