Η ιστορία του οίνου

Ξεφυλλίζοντας τη μακραίωνη  ιστορία της αμπέλου παρατηρούμε πως αυτή αρχίζει πριν 70 εκατομμύρια χρόνια ξεπερνώντας λοιπόν, κατά πολύ την αντίστοιχη του ανθρώπου η οποία  πλησιάζει το  ένα εκατομμύριο χρόνια.

Που εμφανίστηκε η άμπελος κανένας δεν μπορεί να ισχυριστεί με βεβαιότητα, αν και μετά τους παγετώνες και όπως υπολογίζεται ιστορικά, η άμπελος αναπτύχθηκε σε περιοχές με ευνοϊκό κλίμα, όπως αυτή του Καυκάσου και της Μεσοποταμίας. Έτσι η καλλιέργειά της φαίνεται να ξεκινά περί το 5000 π.Χ., ενώ στην Ελλάδα κάνει την εμφάνισή της γύρω στο 4000 π.Χ. Από αρχαιολογικά ευρήματα, αγγεία και τοιχογραφίες μαθαίνουμε πως οι Αιγύπτιοι γνώριζαν να οινοποιούν το κρασί. Γενικά προκύπτει πως στην Αίγυπτο γνώριζαν αρκετές ποικιλίες κλημάτων, όπως αυτές που ανακαλύφθηκαν σε τοιχογραφίες αιγυπτιακών τάφων της δυναστείας των Φαραώ.

Το κρασί ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής  των αρχαίων Ελλήνων. Σύμφωνα με τη μυθολογία, τα παιδιά του Διονύσου και της Αριάδνης, Στάφυλος και Οινοπίωνας, ήταν οι δημιουργοί του κρασιού. Κατά μια άλλη εκδοχή ο μεν Στάφυλος, βοσκός στο επάγγελμα, στο βασιλιά Οινέα, παρατήρησε ότι μια κατσίκα, τρώγοντας τους καρπούς κάποιου φυτού γινόταν πιο εύθυμη και πιο ζωηρή. Ο Οινέας, δοκιμάζοντας το χυμό, έδωσε στον καρπό το όνομα  του βοσκού (Στάφυλος) -σταφύλι και στο χυμό το δικό του (Οινέας) -οίνος. Επίσης λέγεται ότι ο Διόνυσος είχε έναν πολύ καλό φίλος, τον Άμπελο, που τον βοηθούσε όταν ήταν μεθυσμένος. Όμως εκείνος πέθανε νέος και ο Δίας με παρότρυνση του Διονύσου τον μεταμόρφωσε σε φυτό.

Οι πιο γνωστές κοινωνικές εκδηλώσεις στα κλασικά χρόνια ήταν τα συμπόσια. Στο συμπόσιο υπήρχε ο συμποσίαρχος, υπεύθυνος για την αραίωση του κρασιού με νερό, λόγω υψηλών βαθμών αλκοόλης και ο οινοχόος, ο οποίος φρόντιζε να υπάρχει ο οίνος στα ποτήρια των καλεσμένων.

Το κρασί χρησιμοποιείτο και στη φαρμακολογία, σε δίαιτες, πλύση τραυμάτων, στις σπονδές. Κρασί προσφερόταν στον πολεμιστή, όταν έφευγε για τον πόλεμο. Η πολύ μεγάλη σημασία του είχε ως αποτέλεσμα τη νομοθετική του προστασία σε θέματα τρύγου αλλά και εμπορίου. Στην αθηναϊκή δημοκρατία του 5ου αιώνα ανθεί το εμπόριο του κρασιού με τις εξαγωγές να σημειώνουν αύξηση, κάτι που αποδεικνύεται από τα ναυάγια και τα ευρήματα αυτών σε όλη τη λεκάνη της Μεσογείου. Κρασί και εμπόριο ήταν έννοιες πολύ στενά δεμένες.

Αργότερα  το 146 πΧ. οι Ρωμαίοι μαγεύτηκαν από την τεχνική και τις γνώσεις των Ελλήνων και εξελίχθηκαν σε λάτρεις του ελληνικού οίνου. Λέγεται πως ο Καίσαρας, για να ευχαριστήσει τους στρατηγούς του τους πρόσφερε εκλεκτά ελληνικά κρασιά. Μετά την πτώση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η αμπελοκαλλιέργεια έπεσε σε μαρασμό, αλλά οι πρώτοι χριστιανοί ιερείς άρχισαν να καλλιεργούν αμπέλια για τις ανάγκες των θρησκευτικών τελετών.

Στα βυζαντινά χρόνια η καλλιέργεια γινόταν από τους μοναχούς. Τα ονομαστά κρασιά του Βυζαντίου, γίνονται περιζήτητα σε όλο τον τότε κόσμο, με πιο γνωστό το φημισμένο κρασί Μαλβαζία (Μονεμβασιά), που παραγόταν επίσης στη Θάσο και την Κρήτη. Αυτό εξαγόταν  στις μεγάλες πόλεις της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Αγγλίας  και της Ιταλίας.

Στην Τουρκοκρατία η καλλιέργεια της αμπέλου συνεχίστηκε αμείωτη, γιατί οι Τούρκοι πασάδες για εντυπωσιασμό των ανωτέρων τους, έστελναν κρασί από την περιοχή τους. Αργότερα προς το τέλος της Οθωμανικής κατάκτησης οι Τούρκοι κατέστρεψαν πολλές καλλιεργήσιμες εκτάσεις με κλασικό παράδειγμα αυτό του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο.

Η ιστορία του οίνου στην νεότερη και σύγχρονη Ελλάδα

Η περίοδος του 1821-1860 χαρακτηρίζεται ως περίοδος της καλλιέργειας της σταφίδας. Η Ελλάδα κατέχει την πρώτη θέση παγκοσμίως στην καλλιέργειά της (Ζάκυνθος, Κεφαλονιά και Ιθάκη) και είναι το κυριότερο εξαγώγιμο προϊόν.

Από το 1861-1911 η καλλιέργεια της αμπέλου διπλασιάστηκε, αλλά στην πρώτη θέση βρίσκεται η σταφίδα. Το 1878 η φυλλοξήρα καταστρέφει τους αμπελώνες της Γαλλίας και οι Γάλλοι εισάγουν από την Ελλάδα τεράστιες ποσότητες σταφίδας για τον ξηροσταφιδίτη οίνο. Όταν τα γαλλικά αμπελοτόπια ανέκαμψαν, απαγορεύτηκε η εισαγωγή σταφίδας, για να ενισχυθεί η γαλλική αμπελουργία. Αυτό οδήγησε στη σταφιδική κρίση το 1893, την τεράστια πτώση των τιμών, τις αδιάθετες ποσότητες στις αποθήκες και την αρχή μιας μαζικής μετανάστευσης στην Αμερική.

Από το 1912 έως 1922, για μια δεκαετία η Ελλάδα βρίσκεται σε πόλεμο, και η ύπαρξη της φυλλοξήρας εκείνη την εποχή μειώνει σημαντικά την παραγωγή. Στη διάρκεια του μεσοπολέμου 1928-1938 η καλλιέργεια της αμπέλου έχει διαρκή αύξηση. Οι περιοχές που αναπτύχθηκαν ήταν η Στερεά Ελλάδα και πιο συγκεκριμένα η περιοχή των Μεσογείων Αττικής, με την οινοποιία Ανδρέα Καμπά,  η Πελοπόννησος και ειδικά η Αχαΐα με την οινοποιία Achaia Claus.

Η αύξηση του πληθυσμού της Αθήνας, έκανε τους κατοίκους της  να αναζητούν φτηνό χύμα κρασί. Ο αμπελώνας της Αττικής τριπλασιάστηκε και από τότε άρχισε η δυσφήμιση του κρασιού της Αττικής, από οινοποιήσεις που δεν γίνονταν στα οινοποιεία, αλλά στις ταβέρνες της Αθήνας και κανείς δεν μπορούσε να πιστοποιήσει, εάν ο μούστος ήταν του Αττικού αμπελώνα ή προερχόταν από άλλη περιοχή. Ουσιαστικά τα πράγματα και οι συνήθειες αλλάζουν το 1969, όταν θεσμοθετείται ο οίνος με ονομασία προέλευσης, ένα πραγματικά τιτάνιο  έργο της Διευθύντριας του Ινστιτούτου Οίνου Σταυρούλας Κουράκου-Δραγώνα που απέβλεπε στην δημιουργία ενός εθνικού πλαισίου για την έγκριση των κατάλληλων κρασιών, που θα είχαν στο εξής το  δικαίωμα  να χαρακτηρίζονται από  το γεωγραφικό όνομα της τοποθεσίας παραγωγής τους είτε ως ΟΠΕ είτε ως ΟΠΑΠ και όταν αυξάνεται συστηματικά ο τουρισμός από τις χώρες της Ευρώπης δημιουργώντας προϋποθέσεις συνείδησης του εμφιαλωμένου κρασιού.

Ιδιαίτερα  μετά το 1980 και χάρη στις συνεχείς προσπάθειες ελλήνων παραγωγών, τα ελληνικά κρασιά παρουσιάζονται σε διεθνείς εκθέσεις, κατακτούν διεθνείς διακρίσεις, κάνοντας δειλά δειλά την εμφάνισή τους στις αγορές του εξωτερικού.

Μετά το 1995 τα οινοποιεία αυξάνονται και τίθεται η βάση και η δημιουργία ενός ισχυρού brand name για το ελληνικό κρασί..

Από το 2004 και μετά Έλληνες οινοποιοί και οινολόγοι, μέσα στα  υπερσύγχρονα οινοποιεία έχοντας στα χέρια τους γηγενείς και διεθνείς ποικιλίες των ελληνικών αμπελώνων, παράγουν κρασιά που κερδίζουν τη θέση που τους αξίζει στον παγκόσμιο οινικό χάρτη. Έτσι, οι οινόφιλοι από την Ελλάδα και από τον υπόλοιπο τον κόσμο ανακαλύπτουν, γεύονται και απολαμβάνουν τα εξαιρετικά ελληνικά κρασιά. Μέσα από κοινές δράσεις, όπως οι «Δρόμοι του Κρασιού», ανά περιοχή, «Ο Διεθνής Διαγωνισμός Oίνου Θεσσαλονίκης», οι οινικές γιορτές «Διονύσια» «Οινόραμα», «Detrop-Oenos» «Οinoteliα», όπου επαγγελματίες και καταναλωτές Έλληνες και ξένοι, έρχονται σε άμεση επαφή με τους οινοποιούς.

Επίσης σημαντικό ρόλο στην αναβάθμιση του ελληνικού κρασιού και στην εκπαίδευση των καταναλωτών παίζουν ο «Οίνος ο αγαπητός» του οινολόγου Δημήτρη Χατζηνικολάου, το WSPC, «Wine& Spirit Professional Consultants» του Master of Wine Κωνσταντίνου. Λαζαράκη, το Genius in Gastronomy του Sommelier Γίωργου Λούκα και φυσικά το τμήμα «Οινολογίας και Τεχνολογίας Ποτών» του ΤΕΙ Αθήνας.

Πηγή: Αργύρης Τσακίρης «Ελληνική Οινογνωσία», Εκδόσεις Ψύχαλου 2010

error: Content is protected !!