Ένα ταξίδι στην Ήπειρο,  ιδιαίτερα στα Γιάννενα και στη γύρω περιοχή γοητεύει τον επισκέπτη και του χαρίζει ευχάριστες στιγμές με την επίσκεψη όμορφων τόπων και τη γνωριμία με απλούς και φιλόξενους κατοίκους.

Η Ήπειρος και η περιοχή των Ιωαννίνων αποτέλεσε την κατοικία των  πρώτων φυλών των Σελλών(Ελλάς) από τους οποίους έλαβαν και το όνομα οι Έλληνες. Αυτό τονίζουν οι αρχαίοι: «Αρχέγονος Ελλάς Ήπειρος» και ο Αριστοτέλης:  «… στην περιοχή κατοικούσαν οι καλούμενοι τότε μεν Γραικοί νυν δε Έλληνες».

Καθώς η Ήπειρος βρίσκεται στη ΒΔ γωνιάς της πατρίδας μας αποτέλεσε ασπίδα ελευθερίας του Έθνους από ξένες επιδρομές. Πολλές προσωπικότητες διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στην ελληνική ιστορία: O βασιλιάς Πύρρος, ο Ιωάννης Κωλέττης, πρώτος πρωθυπουργός του νεοσύστατου ελληνικού κράτους το 1844, ο Γεώργιος Σταύρος, ιδρυτής της Εθνικής Τράπεζας και οι μεγάλοι εθνικοί ευεργέτες: Γ. Αβέρωφ Τοσίτσας, Αφοι Ζωσιμάδες κ.α.

ΖΙΤΣΑ.  Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΚΡΑΣΙΟΥ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ

Σήμερα η Ζίτσα αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα οικονομικά κέντρα της περιοχής. Στις πλαγιές της ορεινής περιοχής της Ζίτσας, στην Καρίτσα, στον Πρωτόπαππα, στη Λιγοψιά, στην Κληματιά καλλιεργούνται εκτάσεις με την περίφημη ποικιλία της περιοχής, την Ντεμπίνα, που δίνει στο κρασί Ζίτσας παγκόσμια αναγνώριση. Σπουδαία οινοποιεία της περιοχής είναι: o Zοίνος-Συνεταιρισμός Ζίτσας , το κτήμα Γκλίναβος και το οινοποιείο Πράσσος.

Ανέκαθεν το κρασί της Ζίτσας έπαιζε πρωτεύοντα ρόλο στην κοινωνία και την οικονομία της περιοχής. Στοιχεία μαρτυρούν ότι από τον 15ο αιώνα που πρωτοκατοικήθηκε η Ζίτσα, η αμπελοκαλλιέργεια αποτελούσε σημαντική ενασχόληση των κατοίκων της. Γνωρίζουμε ακόμη ότι οι μοναχοί του Μοναστηριού του Προφήτη Ηλία που είναι δίπλα στο οινοποιείο υπήρξαν δραστήριοι οινοποιοί, με πρώτο τον ηγούμενο Γρηγόριο τον 18ο αιώνα. Ο Hobhouse συνοδός του Λόρδου Βύρωνα, αναφέρει στο ημερολόγιό του (1809) ότι ο Γρηγόριος, τους προσέφερε ένα λευκό κρασί για το οποίο ήταν πολύ περήφανος.

Το όνομα Ντεμπίνα κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το ιταλικό «de vino» -που σημαίνει σταφύλι του κρασιού – και αυτός είναι ο λόγος που εικάζεται ότι έχει ιταλική προέλευση. Καταλαμβάνει συνολικά μια καλλιεργήσιμη έκταση περίπου 7.500 στρεμμάτων. Πρόκειται μάλλον για παλαιά αυτόχθονα ποικιλία της Ηπείρου, που κατά μια εκδοχή καλλιεργείται από τα τέλη του 16ου αιώνα και οφείλει την ονομασία της στο χωριό Ντάμπενι που βρίσκεται μεταξύ Καστοριάς και Κορυτσάς.

© Νίκος Νικολάου, Ιωάννινα

Λευκή γηγενής ποικιλία  ζωηρή, παραγωγική, έχει μεγάλη προσαρμοστικότητα σε διάφορα εδάφη αλλά ευαίσθητη σε ωίδιο, περονόσπορο, βοτρύτη, μολυσματικό εκφυλισμό και στους ανοιξιάτικους παγετούς. Διαμορφώνεται κυρίως σε γραμμικό αμφίπλευρο κορδόνι(Royat) αλλά και κύπελλο και δέχεται κλάδεμα κοντό στα 2 μάτια. Ωριμάζει μέσα με τέλη Σεπτέμβρη και δίνει κρασιά ξηρά μέτριου αλκοολικού τίτλου, καλής οξύτητας, με διακριτικό άρωμα, όπως επίσης και ημιαφρώδεις οίνους. Ως ποικιλία προσαρμόζεται εύκολα σε εδάφη πτωχά, ξηρά και ασβεστώδη. Καλλιεργείται σε 700 υψόμετρο σε αβαθή ασβεστολιθικά εδάφη, με μικροκλίμα που επηρεάζεται από τις θαλάσσιες αύρες που φτάνουν στην περιοχή μέσα από τα περάσματα που χάραξε ο Θύαμης κοντά στις όχθες του Καλαμά (παραπόταμος του Θύαμη-σήμερα οι δύο λέξεις ταυτίζονται). Τα πλούσια σε κάλιο εδάφη προσδίδουν αντοχή στις ασθένειες και ειδικότερα στο ωίδιο (ασθένεια του αμπελιού), εξασφαλίζοντας συγχρόνως την καλή ωρίμαση.

Πρώτη η Ζίτσα (Ήπειρος περιοχή Ιωαννίνων) εισήγαγε την καλλιέργεια της Ντεμπίνας στην Ελλάδα και δημιούργησε ένα ροζέ ημίξηρο, λιγότερο ή περισσότερο αεριούχο κρασί που προέκυπτε από την οινοποίηση της λευκής Ντεμπίνας και των ερυθρών Μπεκάρι και Βλάχικο. Ο αεριούχος χαρακτήρας του ήταν καθαρά θέμα τύχης και οφειλόταν στις κλιματολογικές συνθήκες και το ψυχρό και υγρό Ηπειρωτικό κλίμα της περιοχής που δεν άφηναν τα σταφύλια να ωριμάσουν εντελώς.

Τι να κάνουν οι αμπελουργοί; Αναγκάστηκαν να σηκώνουν τις κλάρες του αμπελιού και να τις δένουν προς τα πάνω, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένα στον ήλιο τα τσαμπιά, για να ωριμάζουν περισσότερο. Αυτά ωρίμαζαν, αλλά ο μούστος που έδιναν είχε τόσο υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρα που δεν προλάβαινε να ζυμωθεί το Σεπτέμβρη/Οκτώβρη και πριν αρχίσουν να φυσάνε ξανά οι κρύοι αέρηδες από την Πίνδο – οι οποίοι σήμαιναν και τη λήξη της ζύμωσης. Σταματούσε, λοιπόν, αναγκαστικά η φυσική διαδικασία και ξανάρχιζε την άνοιξη με άφθονο ανθρακικό αέριο που σιγά – σιγά και εμπειρικά οι οινοποιοί της Ζίτσας έμαθαν να εγκλωβίζουν στα βαρέλια τους και να το διατηρούν μέχρι να καταναλώσουν όλο το κρασί.

© Νίκος Νικολάου, Ιωάννινα

Όσο για το ροζέ χρώμα; Οφειλόταν στο ότι δεν έμπαιναν στον κόπο να χωρίσουν τα λευκά από τα κόκκινα σταφύλια – τα οινοποιούσαν μάλιστα με τις φλούδες και τα τσάμπουρα. Το κρασί αυτό σπάνια περνούσε τα όρια του νομού Ιωαννίνων. Δεν άντεχε, άλλωστε, στις μεταφορές.

Σήμερα, η Ντεμπίνα είναι Ονομασία Προελεύσεως κρασιού Ανωτέρας Ποιότητος (ΟΠΑΠ) μόνο για τα λευκά ξηρά κρασί. Τύποι οίνων ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) Ζίτσα:

  • λευκός ξηρός ήσυχος.
  • λευκός ξηρός ημιαφρώδης ή αφρώδης.
  • λευκός ημίξηρος ημιαφρώδης ή αφρώδης.
  • λευκός ημίγλυκος αφρώδης (επίσημα δεν παράγεται – ανεπίσημα υπάρχουν ποσότητες μικρών παραγωγών και τοπικών οινοποιείων)

Η παράδοση της Ζίτσας μιλά κυρίως για ροζέ κρασιά με αφρισμό, γιατί η οινοποίηση της Nτεμπίνας γινόταν μαζί με σταφύλια από τις ερυθρές ποικιλίες βλάχικο και μπεκάρι. Παραδόξως αγνοήθηκε και θεσμοθετήθηκε μόνον ο λευκός οίνος. Έτσι, σήμερα, 3 οινοπαραγωγοί παράγουν 15 οίνους ΠΟΠ (ΟΠΑΠ) Ζίτσα εκ των οποίων 7 αφρώδεις. Παράγονται και ροζέ αφρώδεις οίνοι αλλά ως επιτραπέζιοι. Οι μόνοι ροζέ αφρώδεις οίνοι της Ελλάδας με ένδειξη ΠΟΠ είναι οι οίνοι ΠΟΠ Αμύνταιο.

(υλικό από την ιστοσελίδα www.debina.gr)

Write A Comment

error: Content is protected !!